28.9.09

Ριτσος revisited

Από τη «Μικρή σουΐτα σε κόκκινο μείζον» («Τα ερωτικά»)

Ανεξάντλητο- λέει-
ανεξάντλητο
το ανθρώπινο σώμα
πηγμένος ουρανός
κόκκινος ουρανός
βυθίζεσαι
κλαδί δεν έχεις να πιαστείς
γη να πατήσεις
πηγμένος ο ουρανός-
για ν’ ανοιχτούνε τα φτερά σου
πρέπει να βγεις.


Αθήνα, 6. ΙΙ. 80 - Γιάννης Ρίτσος

22.9.09

Ρίτσος από άλλη εποχή μου





Γιάννης Ρίτσος - Ἡ σονάτα τοῦ σεληνόφωτος

Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στὰ μαῦρα μιλάει σ᾿ ἕναν νέο. Δὲν ἔχουν ἀνάψει φῶς. Ἀπ᾿ τὰ δυὸ παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι ἡ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα μιλάει στὸν νέο.

Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.

Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμιὰν ἀσπιρίνη ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου ν᾿ ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ, ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη, ξεχνιέμαι κ᾿ ἑτοιμάζω δυὸ - ποιὸς νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον;- ἀστεῖο ἀλήθεια, τὸν ἀφήνω στὸ περβάζι νὰ κρυώνει ἢ κάποτε πίνω καὶ τὸν δεύτερο, κοιτάζοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν πράσινο γλόμπο τοῦ φαρμακείου σὰν τὸ πράσινο φῶς ἑνὸς ἀθόρυβου τραίνου ποὺ ἔρχεται νὰ μὲ πάρει μὲ τὰ μαντίλια μου, τὰ σταβοπατημένα μου παπούτσια, τὴ μαύρη τσάντα μου, τὰ ποιήματά μου, χωρὶς καθόλου βαλίτσες - τί νὰ τὶς κάνεις; - Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Ὄχι, δὲ θἄρθω. Καληνύχτα. Ἐγὼ θὰ βγῶ σὲ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί ἐπιτέλους, πρέπει νὰ βγῶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τσακισμένο σπίτι. Πρέπει νὰ δῶ λιγάκι πολιτεία, -ὄχι, ὄχι τὸ φεγγάρι - τὴν πολιτεία μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια της, τὴν πολιτεία τοῦ μεροκάματου, τὴν πολιτεία ποὺ ὁρκίζεται στὸ ψωμὶ καὶ στὴ γροθιά της τὴν πολιτεία ποὺ ὅλους μας ἀντέχει στὴν ράχη της μὲ τὶς μικρότητές μας, τὶς κακίες, τὶς ἔχτρες μας, μὲ τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἄγνοιά μας καὶ τὰ γερατειά μας,-ν᾿ ἀκούσω τὰ μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας, νὰ μὴν ἀκούω πιὰ τὰ βήματά σου μήτε τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καὶ τὰ δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

Τὸ δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πὼς κάποιο σύννεφο θἄκρυβε τὸ φεγγάρι. Μονομιᾶς, σὰν κάποιο χέρι νὰ δυνάμωσε τὸ ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μία πολὺ γνώστη μουσικὴ φράση. Καὶ τότε κατάλαβα πὼς ὅλη τούτη τὴ σκηνὴ τὴ συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τὸ πρῶτο μέρος. Ὁ νέος θὰ κατηφορίζει τώρα μ᾿ ἕνα εἰρωνικὸ κ᾿ ἴσως συμπονετικὸ χαμόγελο στὰ καλογραμμένα χείλη του καὶ μ᾿ ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θὰ φτάσει ἀκριβῶς στὸν Ἅη-Νικόλα, πρὶν κατεβεῖ τὴ μαρμαρίνη σκάλα, θὰ γελάσει, -ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τὸ γέλιο του δὲ θ᾿ ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι. Ἴσως τὸ μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σὲ λίγο, ὁ Νέος θὰ σωπάσει, θὰ σοβαρευτεῖ καὶ θὰ πεῖ «Ἡ παρακμὴ μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θὰ ξεκουμπώσει πάλι τὸ πουκάμισό του καὶ θὰ τραβήξει τὸ δρόμο του. Ὅσο γιὰ τὴ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα, δὲν ξέρω ἂν βγῆκε τελικὰ ἀπ᾿ τὸ σπίτι. Τὸ φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καὶ στὶς γωνιὲς τοῦ δωματίου οἱ σκιὲς σφίγγονται ἀπὸ μίαν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδὸν ὀργή, ὄχι τόσο γιὰ τὴ ζωὴ ὅσο γιὰ τὴν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; τὸ ραδιόφωνο συνεχίζει.

5.4.09

Anne Sexton - As It Was Written

Earth, earth,
riding your merry-go-round
toward extinction,
right to the roots,
thickening the oceans like gravy,
festering in your caves,
you are becoming a latrine.
Your trees are twisted chairs.
Your flowers moan at their mirrors,
and cry for a sun that doesn't wear a mask.

Your clouds wear white,
trying to become nuns
and say novenas to the sky.
The sky is yellow with its jaundice,
and its veins spill into the rivers
where the fish kneel down
to swallow hair and goat's eyes.

All in all, I'd say,
the world is strangling.
And I, in my bed each night,
listen to my twenty shoes
converse about it.
And the moon,
under its dark hood,
falls out of the sky each night,
with its hungry red mouth
to suck at my scars.

7.3.08

Ασλάνογλου





Ερείπια της Παλμύρας




Οσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν

Οσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα

Μα όταν
μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά - απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα

2.3.08

η θλίψη που δεν δαμάζεται

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ


ΓΕΝΕΑ ΥΠΑΓΕΙ ΚΑΙ ΓΕΝΕΑ ΕΡΧΕΤΑΙ
Εκκλησιαστής





Ερασιτέχνης άνθρωπος είμαι
πόσο καλύτερα παράπονα να φτιάξω;

Έχει θαμπώσει. Νυχθημερόν το ψαχουλεύει
με τα βρωμόχερά του ο χρόνος. Θέλει γυάλισμα.
Βύθισέ το σε αραιωμένο οξύ της ανάκλησης
κι ύστερα μ’ ένα μαλακό φανελλένιο φωνήεν.

Μικρό αγγείο χάλκινο που σαν παγούρι μοιάζει
(για δυνάμωσε λίγο τον ήχο της παρομοίωσης
δεν ακούγεται καθόλου το νερό).

Αμφορέας λήκυθος αρύβαλλος θήκη
για αρώματα ή λάδι πριν το αγώνισμα
ν’ αλείφουν οι αθλητές τα σώματά τους
δεν έμαθα ποτέ την ονομασία του
ανοιχτή μου αφέθηκε η χρήση του
πάρ’ το είναι παλιό πολύ παλιό
απ΄το βυθό της θάλασσας βγαλμένο
είπες και μου το χάρισες
παραμονή που έφευγες ταξίδι ---
κι εγώ γιατί το πέρασα για όρκο;
Απ’ το βυθό παραμονής που θά΄φευγες.
Μήπως δακρυοθήκη;

Στο αγώνισμα --- για σώματα.

Σώματα; Για ξαναπές το. Σώματα.
Έχει θαμπώσει δεν ακούγεται. Ρώτα την αφή
Θυμάται πρόφερε ποτέ αυτή τη λέξη;
--- προσεκτικά συνδαύλισε, ξέρεις
η απορία ξαναθλίβει τους θανάτους.
Δεν βολιδοσκοπείς καλύτερα τα όνειρα;
Ξέρουν αυτά. Συμπράξαν στις ληστείες.

Ή μάλλον άσε τώρα
πού να φυτεύουμε νερό πάνω σε δάκρυα
.


(Από τη συλλογή Η Εφηβεία της Λήθης (σελ. 48-9), εκδ. ΣΤΙΓΜΗ - 1994)

Sylvia Plath tonight

Conversation Among the Ruins

Through portico of my elegant house you stalk
With your wild furies,
disturbing garlands of fruit
And the fabulous lutes and peacocks, rending the net
Of all decorum which holds the whirlwind back.
Now, rich order of walls is fallen; rooks croak
Above the appalling ruin; in bleak light
Of your stormy eye, magic takes flight
Like a daunted witch, quitting castle
when real days break.

Fractured pillars frame prospects of rock;
While you stand heroic in coat and tie, I sit
Composed in Grecian tunic and psyche-knot,
Rooted to your black look, the play turned tragic:
Which such blight wrought on our bankrupt estate,
What ceremony of words can patch the havoc?

28.2.08

Seneca - “While we are postponing, life speeds by.”


αυτό είναι, βλέπεις?

βρήκα φωτογραφία που στη χαρίζω.

ναι, εσένα. που χαμογελάς ήδη βλέποντάς την.
εγώ όταν σε δω ξανά, θα χαμογελάσω πάλι.

προς το παρόν, σου τα προσφέρω τα άστρα μαζί με πολλή πολλή αγάπη.
ελπίζω να σε φτάσει.

28.12.07

Kavafis after all

Τείχη




Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.





Κ.Π. Καβάφης

23.11.07

NERUDA

ΙΣΩΣ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

'Ισως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι,
χωρίς εσύ να πας να κόψεις το μεσημέρι
σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς
πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,

χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει,
που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,


χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις
απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,
καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου,

και από τότε είμαι γιατί εσύ είσαι,
και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.

Πάμπλο Νερούδα

GREEK POETS...

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ (1975)
ΚΑΤΑΓΩΓΗ
"Ερχόταν ένα φως.
Κι από το Μάρτη μήνα ερχόταν η άνοιξη
στην κάμαρα που μίλαγε με πείσμα ο Φίλιππος.
Το πάτωμα παλιό σανίδι σε παλιό σανίδι. Απάνου στο
τραπέζι ένα καιρί. Και τα χαρτιά του σα
φτερά πουλιών.
Κοίτα να καταλάβεις φώναξε. Τίποτα δεν είχαμε.
Μήτε κρεβάτι μήτε κάθισμα. Το σπίτι ένα παλιό
σαράβαλο. Παντού ο αέρας φύσαγε σε θέριζε.
Η μάνα μου στα κάρβουνα. Κακό χειμώνα θάχουμε
είπε ο πατέρας, μια μαύρη συλλογή το μούτρο του.
Από τη τρύπα αυτή κοιτάζαμε τον ουρανό. Και το
πρωί πηγαίναμε στα δέντρα. Εδώ γεννήθηκα.
Εδώ μεγάλωσα. Λοιπόν αυτά μου χρειάζονται
για την οργή μου και την περηφάνεια μου.
Για να κρατήσω και να κρατηθώ.
Δεν έχω θεούς. Και δε φοβάμαι."

Τάκης Σινόπουλος


-------------------------------------------------------------

"Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες."

Μανόλης Αναγνωστάκης

6.11.07

mood swings / Palermo pic


Art thou pale for weariness
Of climbing heaven and gazing on the earth,
Wandering companionless
Among the stars that have a different birth,
And ever changing, like a joyless eye
That finds no object worth its constancy?

Percy Bysshe Shelley (1792 - 1822)

20.10.07

poetry, instead of a crack-down

Τάσος Λειβαδίτης, Αυτοβιογραφία


Άνθρωποι που δε γνώρισα ποτέ μού δώσαν το αίμα μου και τ’ όνομά μου

στην ηλικία μου χιονίζει, χιονίζει αδιάκοπα

μια κίνηση πάντα σα νά’ θελα να προφυλαχτώ από’ να χτύπημα

δίψασα για όλη τη ζωή, κι όμως την άφησα

για ν’ αρπαχτώ απ’ τα πελώρια αγκάθια της αιωνιότητας,

η σάρκα μου ένας επίδεσμος γύρω απ’ το αυριανό μου τίποτα

κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει στον πόνο μου

εκτός απ’ τον ίδιο μου τον πόνο –είμαι εδώ, ανάμεσά σας, κι ολομόναχος,

κ’ η ποίηση σα μια μεγάλη αλήθεια που την ανακαλύπτεις ύστερ’ από χρόνια,

όταν δεν μπορεί να σου χρησιμέψει πια σε τίποτα.

Επάγγελμά μου: το ακατόρθωτο.

(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 141, Σεπτέμβρης 1966, σελ. 137)



----------------------------------------------------------------------------------------------

Ηλίας Τσέχος, Χιλιόμετρα χρόνου

μετά χίλια χιλιόμετρα ταξίδι

κάθεσαι και ζωγραφίζεις τα χιλιόμετρα

περνάν ουρανί πινακίδες

βέλη σε λευκά οι κατευθύνσεις

μ’ επιμονή κοιτάς τι ζωγράφισες

πολιτισμό χορταίνεις

νάσουνα χρώματα ή χιλιόμετρα;

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 2, σελ. 64).

14.10.07

Edna St. Vincent Millay

Ashes of Life

Love has gone and left me and the days are all alike;
Eat I must, and sleep I will, -- and would that night were here!
But ah! -- to lie awake and hear the slow hours strike!
Would that it were day again! -- with twilight near!

Love has gone and left me and I don't know what to do;
This or that or what you will is all the same to me;
But all the things that I begin I leave before I'm through, --
There's little use in anything as far as I can see.

Love has gone and left me, -- and the neighbors knock and borrow,
And life goes on forever like the gnawing of a mouse, --
And to-morrow and to-morrow and to-morrow and to-morrow
There's this little street and this little house.

28.9.07

Γιώργος Σεφέρης


Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιώ ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ενα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Οτι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.

Συλλογή " Μυθιστόρημα"

Ελύτης for ever

Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά

Μ΄ ένα τίποτα έζησα
Μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσανε
Σ΄ ενός περάσματος αέρα
ξεγνέθοντας απόκοσμη φωνή τ΄ αυτιά μου
φχιά
φχιού φχιού
εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα
Τι γυαλόπετρες φούχτες
τι καλάθια φρέσκες μέλισσες και σταμνιά φουσκωτά όπου
άκουγες ββββ να σου βροντάει ο αιχμάλωτος αέρας.

Κάτι
Κάτι δαιμονικό μα που να πιάνεται σαν σε δίχτυ στο σχήμα του Αρχαγγέλου
Παραλαλούσα κι έτρεχα
Έφτασα κι αποτύπωνα τα κύματα στην ακοή απ΄ τη γλώσσα

-Ε καβάκια μαύρα, φώναζα, κι εσείς γαλάζια δέντρα τι ξέρετε από μένα;
-Θόη θόη θμος
- Ε; Τι;
- Αρίηω ηθύμως θμος
- Δεν άκουσα τι πράγμα;
- Θμος θμος άδυσος

Ώσπου τέλος ένιωσα
κι ας πα΄ να μ΄ έλεγαν τρελό
πως από ΄να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.

27.9.07

suffering to forget


this is a dream land. Palermo hills, the vastness of scenery.
I was promised a trip there, a stay at a home that belongs to a woman i will never meet now, a home-made perfume that contributed some 10 years now to my falling in love back then. Back then and still remembering the sense of the perfume smell makes me home sick. For a home i never will have, and never saw. His place.
Where is he? Where is he safely living now? I know not.

All i dream the last decade is that trip. That trip i only made through his words and these images.

25.9.07

two quotes... goodnight

Ειναι οι ανθρωποι πιο ξενοι
σε πολιτειες αστραφτερες
με μουσικες καλοντυμενες απ τις πιο ρηχες ψυχες,
τοση ομορφια
δεν θελω πια
μου λες...

ΟΝΑΡ

----------------------------------------------------------------------------------------

αυτη η πολη εχει αλλαξει πολυ

ποιος θα σε φροντισει;

τι φοβασαι;

ποσοι σαν κι εσενα ειναι εκει εξω;

ολοι ειναι μονοι εδώ

Τι ψαχνεις;


(taken from http://www.thmmy.gr/smf/index.php?topic=18023.msg358428;topicseen)

24.9.07

my fixation... Palermo.



i have much more to upload here, and probably a lifetime of story-telling about my fixation.

9.9.07

a sudden revelation

DEVASTATED by a song.

(and i hate Dalaras)

Στίχοι: Γιώργος Παυριανός
Μουσική: Στάμος Σέμσης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας


Όταν θα τελειώσει ξαφνικά το καλοκαίρι
όταν θα 'χω φύγει μακριά σε κάποιο αστέρι

τίποτα να μη φοβάσαι να με θυμάσαι
γιατί σ' αγαπούσα πιο πολύ κι απ' τη δική μου τη ζωή


Όταν θα χαθούν οι αγάπες κι οι φιλίες
όταν θα με βλέπεις στις παλιές φωτογραφίες
τις βραδιές που δεν κοιμάσαι να με θυμάσαι
γιατ'ι σ' αγαπούσα πιο πολύ κι απ' τη δική μου τη ζωή


Όταν θα κοιτάς την άδεια θέση στο τραπέζι
όταν θα ακούσεις το τραγούδι αυτό να παίζει
μη δακρύζεις μη λυπάσαι να με θυμάσαι
γιατί σ' αγαπούσα πιο πολύ κι απ' τη δική μου τη ζωή

30.8.07

Δημουλά πάντα...

Άφησα να μην ξέρω - Κική Δημουλά


Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.

28.8.07

Dimoula - only in Greek

Αυτοσυντήρηση

Θα πρέπει να ήταν άνοιξη
γιατί η μνήμη αυτή
υπερπηδώντας παπαρούνες έρχεται.
Εκτός εάν η νοσταλγία
από πολύ βιασύνη,
παραγνώρισ' ενθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα
όταν τα πάρει ο χαμός.
Αλλά μπορεί να'ναι ξένο αυτό το φόντο,
να'ναι παπαρούνες δανεισμένες
από μιάν άλλην ιστορία,
δική μου ή ξένη.
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση.
Από φιλοκαλία κι έπαρση.

Όμως θα πρέπει να 'ταν άνοιξη
γιατί και μέλισσες βλέπω
να πετούν γύρω απ' αυτή τη μνήμη,
με περιπάθεια και πίστη
να συνωστίζονται στον κάλυκά της.
Εκτός αν είναι ο οργασμός
νόμος του παρελθόντος,
μηχανισμός του ανεπανάληπτου.
Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποίησης.

25.8.07

quoting again

"Whatever dies, was not mix'd equally; If our two loves be one, or thou and I Love so alike that none can slacken, none can die...."
-John Donne

10.8.07

the Becket fixation


I believe him, I know it's my only chance to -- my only chance, I believe all I'm told, I've disbelieved only too much in my long life, now I swallow everything, greedily. What I need now is stories, it took me a long time to know that, and I'm not sure of it.
--Molloy, Part I

Saying is inventing. Wrong, very rightly wrong. You invent nothing, you think you are inventing, you think you are escaping, and all you do is stammer out your lesson, the remnants of a pensum one day got by heart and long forgotten, life without tears, as it is wept.
--Molloy, Part I

Decidedly it will never have been given to me to finish anything, except perhaps breathing. One must not be greedy.
--Malone Dies

And all these questions I ask myself. It is not in a spirit of curiosity. I cannot be silent. About myself I need know nothing. Here all is clear. No, all is not clear. But the discourse must go on. So one invents obscurities. Rhetoric.
--The Unnamable

We are all born mad. Some remain so.
--Waiting for Godot




Dimoula for ever

Κική Δημουλά, χλόη θερμοκηπίου

ΑΕΡΟΓΕΦΥΡΕΣ

Χάθηκες

πού στριφογυρνάς;

Πέρνα καμιά φορά από τον ύπνο μου

συνήθως είμαι εκεί

εκτός αν κλαίει το φεγγάρι

οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι

το διότι να ρωτήσω τι συμβαίνει.

Πέρνα καμιά φορά.

Μπες από το πλάι στάσου

κάτω από το γεφυράκι της παλάμης μου

απ’ όπου ήσυχα κυλάω.

Εκτός αν έχει ολότελα μαυρίσει το νερό

αν ψόφησαν κι οι πέτρες

αν έχει μολυνθεί και ο βυθός

οπότε θα με βρεις

στου σεντονιού τις όχθες.

Μη φοβάσαι.

Πάρε μαζί σου αν θες για σιγουριά

και την απαίτηση να μη σ’ αγγίξω διόλου

ανανέωσε και τη ληγμένη άδεια

να σε κοιτώ

και σου υπόσχομαι

εγκαίρως να ξυπνήσω

ώστε να μη σε πάρει είδηση

ο ύπνος σου ότι λείπεις.


TSE The Waste Land

S'io credesse che mia risposta fosse

A persona che mai tornasse al mondo,

Questa fiamma staria senza piu scosse.

Ma perciocche giammai di questo fondo

Non torno vivo alcun, s'i'odo il vero,

Senza tema d'infamia ti rispondo.

Let us go then, you and I,

When the evening is spread out against the sky

Like a patient etherised upon a table;

Let us go, through certain half-deserted streets,

The muttering retreats

Of restless nights in one-night cheap hotels

And sawdust restaurants with oyster-shells:

Streets that follow like a tedious argument

Of insidious intent

To lead you to an overwhelming question. . .

Oh, do not ask, "What is it?"

Let us go and make our visit.

In the room the women come and go

Talking of Michelangelo.

The yellow fog that rubs its back upon the window -panes

The yellow smoke that rubs its muzzle on the window-panes

Licked its tongue into the corners of the evening

Lingered upon the pools that stand in drains,

Let fall upon its back the soot that falls from chimneys,

Slipped by the terrace, made a sudden leap,

And seeing that it was a soft October night,

Curled once about the house, and fell asleep.

And indeed there will be time

For the yellow smoke that slides along the street,

Rubbing its back upon the window-panes;

There will be time, there will be time

To prepare a face to meet the faces that you meet;

There will be time to murder and create,

And time for all the works and days of hands

That lift and drop a question on your plate;

Time for you and time for me,

And time yet for a hundred indecisions

And for a hundred visions and revisions,

Before the taking of a toast and tea.

In the room the women come and go

Talking of Michelangelo.

And indeed there will be time

To wonder, "Do I dare?" and, "Do I dare?"

Time to turn back and descend the stair,

With a bald spot in the middle of my hair --

[They will say: "How his hair is growing thin!"]

My morning coat, my collar mounting firmly to the chin,

My necktie rich and modest, but asserted by a simple pin --

[They will say: "But how his arms and legs are thin!"]

Do I dare

Disturb the universe?

In a minute there is time

For decisions and revisions which a minute will reverse.

For I have known them all already, known them all: --

Have known the evenings, mornings, afternoons,

I have measured out my life with coffee spoons;

I know the voices dying with a dying fall

Beneath the music from a farther room.

So how should I presume?

And I have known the eyes already, known them all --

The eyes that fix you in a formulated phrase,

And when I am formulated, sprawling on a pin,

When I am pinned and wriggling on the wall,

Then how should I begin

To spit out all the butt-ends of my days and ways?

And how should I presume?

And I have known the arms already, known them all --

Arms that are braceleted and white and bare

[But in the lamplight, downed with light brown hair!]

Is it perfume from a dress

That makes me so digress?

Arms that lie along a table, or wrap about a shawl.

And should I then presume?

And how should I begin?

...

Shall I say, I have gone at dusk through narrow streets

And watched the smoke that rises from the pipes

Of lonely men in shirt-sleeves, leaning out of windows? ...

I should have been a pair of ragged claws

Scuttling across the floors of silent seas.

...

And the afternoon, the evening, sleeps so peacefully!

Smoothed by long fingers,

Asleep. tired ... or it malingers,

Stretched on the floor, here beside you and me.

Should I, after tea and cakes and ices,

Have the strength to force the moment to its crisis?

But though I have wept and fasted, wept and prayed,

Though I have seen my head [grown slightly bald] brought in upon a platter,

I am no prophet -- and here's no great matter;

I have seen the moment of my greatness flicker,

And I have seen the eternal Footman hold my coat, and snicker,

And in short, I was afraid.

And would it have been worth it, after all,

After the cups, the marmalade, the tea,

Among the porcelain, among some talk of you and me,

Would it have been worthwhile,

To have bitten off the matter with a smile,

To have squeezed the universe into a ball

To roll it toward some overwhelming question,

To say: "I am Lazarus, come from the dead,

Come back to tell you all, I shall tell you all" --

If one, settling a pillow by her head,

Should say, "That is not what I meant at all.

That is not it, at all."

And would it have been worth it, after all,

Would it have been worthwhile,

After the sunsets and the dooryards and the sprinkled streets,

After the novels, after the teacups, after the skirts that trail along

the floor --

And this, and so much more? –

It is impossible to say just what I mean!

But as if a magic lantern threw the nerves in patterns on a screen:

Would it have been worthwhile

If one, settling a pillow or throwing off a shawl,

And turning toward the window, should say:

"That is not it at all,

That is not what I meant, at all."

...

No! I am not Prince Hamlet, nor was meant to be;

Am an attendant lord, one that will do

To swell a progress, start a scene or two

Advise the prince; no doubt, an easy tool,

Deferential, glad to be of use,

Politic, cautious, and meticulous;

Full of high sentence, but a bit obtuse;

At times, indeed, almost ridiculous --

Almost, at times, the Fool.

I grow old ... I grow old ...

I shall wear the bottoms of my trousers rolled.

Shall I part my hair behind? Do I dare to eat a peach?

I shall wear white flannel trousers, and walk upon the beach.

I have heard the mermaids singing, each to each.

I do not think they will sing to me.

I have seen them riding seaward on the waves

Combing the white hair of the waves blown back

When the wind blows the water white and black.

We have lingered in the chambers of the sea

By sea-girls wreathed with seaweed red and brown

Till human voices wake us, and we drown.

T.S. Eliot

Winterson - Lighthouse Keeping

I was cold and tired and my neck ached. I wanted to sleep and sleep and never wake up. I had lost the few things I knew, and what was here belonged to somebody else. Perhaps that would have been all right if what was inside me was my own, but there was no place to anchor.

There were two Atlantics; one outside the lighthouse, and one inside me.

The one inside me had no string of guiding lights.


Random lines

Βρες την Φαιστό μου

Edna St Vincent Millay
From The Harp-Weaver


I shall go back again to the bleak shore
And build a little shanty on the sand
In such a way that the extremest band
Of brittle seaweed will escape my door
But by a yard or two, and nevermore
Shall I return to take you by the hand;
I shall be gone to what I understand
And happier than I ever was before.
The love that stood a moment in your eyes,
The words that lay a moment on your tongue,
Are one with all that in a moment dies,
A little under-said and over-sung;

But I shall find the sullen rocks and skies
Unchanged from what they were when I was young.