28.12.07

Kavafis after all

Τείχη




Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.





Κ.Π. Καβάφης

23.11.07

NERUDA

ΙΣΩΣ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

'Ισως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι,
χωρίς εσύ να πας να κόψεις το μεσημέρι
σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς
πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,

χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει,
που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,


χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις
απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,
καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου,

και από τότε είμαι γιατί εσύ είσαι,
και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.

Πάμπλο Νερούδα

GREEK POETS...

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ (1975)
ΚΑΤΑΓΩΓΗ
"Ερχόταν ένα φως.
Κι από το Μάρτη μήνα ερχόταν η άνοιξη
στην κάμαρα που μίλαγε με πείσμα ο Φίλιππος.
Το πάτωμα παλιό σανίδι σε παλιό σανίδι. Απάνου στο
τραπέζι ένα καιρί. Και τα χαρτιά του σα
φτερά πουλιών.
Κοίτα να καταλάβεις φώναξε. Τίποτα δεν είχαμε.
Μήτε κρεβάτι μήτε κάθισμα. Το σπίτι ένα παλιό
σαράβαλο. Παντού ο αέρας φύσαγε σε θέριζε.
Η μάνα μου στα κάρβουνα. Κακό χειμώνα θάχουμε
είπε ο πατέρας, μια μαύρη συλλογή το μούτρο του.
Από τη τρύπα αυτή κοιτάζαμε τον ουρανό. Και το
πρωί πηγαίναμε στα δέντρα. Εδώ γεννήθηκα.
Εδώ μεγάλωσα. Λοιπόν αυτά μου χρειάζονται
για την οργή μου και την περηφάνεια μου.
Για να κρατήσω και να κρατηθώ.
Δεν έχω θεούς. Και δε φοβάμαι."

Τάκης Σινόπουλος


-------------------------------------------------------------

"Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες."

Μανόλης Αναγνωστάκης

6.11.07

mood swings / Palermo pic


Art thou pale for weariness
Of climbing heaven and gazing on the earth,
Wandering companionless
Among the stars that have a different birth,
And ever changing, like a joyless eye
That finds no object worth its constancy?

Percy Bysshe Shelley (1792 - 1822)

20.10.07

poetry, instead of a crack-down

Τάσος Λειβαδίτης, Αυτοβιογραφία


Άνθρωποι που δε γνώρισα ποτέ μού δώσαν το αίμα μου και τ’ όνομά μου

στην ηλικία μου χιονίζει, χιονίζει αδιάκοπα

μια κίνηση πάντα σα νά’ θελα να προφυλαχτώ από’ να χτύπημα

δίψασα για όλη τη ζωή, κι όμως την άφησα

για ν’ αρπαχτώ απ’ τα πελώρια αγκάθια της αιωνιότητας,

η σάρκα μου ένας επίδεσμος γύρω απ’ το αυριανό μου τίποτα

κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει στον πόνο μου

εκτός απ’ τον ίδιο μου τον πόνο –είμαι εδώ, ανάμεσά σας, κι ολομόναχος,

κ’ η ποίηση σα μια μεγάλη αλήθεια που την ανακαλύπτεις ύστερ’ από χρόνια,

όταν δεν μπορεί να σου χρησιμέψει πια σε τίποτα.

Επάγγελμά μου: το ακατόρθωτο.

(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 141, Σεπτέμβρης 1966, σελ. 137)



----------------------------------------------------------------------------------------------

Ηλίας Τσέχος, Χιλιόμετρα χρόνου

μετά χίλια χιλιόμετρα ταξίδι

κάθεσαι και ζωγραφίζεις τα χιλιόμετρα

περνάν ουρανί πινακίδες

βέλη σε λευκά οι κατευθύνσεις

μ’ επιμονή κοιτάς τι ζωγράφισες

πολιτισμό χορταίνεις

νάσουνα χρώματα ή χιλιόμετρα;

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 2, σελ. 64).

14.10.07

Edna St. Vincent Millay

Ashes of Life

Love has gone and left me and the days are all alike;
Eat I must, and sleep I will, -- and would that night were here!
But ah! -- to lie awake and hear the slow hours strike!
Would that it were day again! -- with twilight near!

Love has gone and left me and I don't know what to do;
This or that or what you will is all the same to me;
But all the things that I begin I leave before I'm through, --
There's little use in anything as far as I can see.

Love has gone and left me, -- and the neighbors knock and borrow,
And life goes on forever like the gnawing of a mouse, --
And to-morrow and to-morrow and to-morrow and to-morrow
There's this little street and this little house.

28.9.07

Γιώργος Σεφέρης


Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιώ ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ενα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Οτι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.

Συλλογή " Μυθιστόρημα"

Ελύτης for ever

Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά

Μ΄ ένα τίποτα έζησα
Μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσανε
Σ΄ ενός περάσματος αέρα
ξεγνέθοντας απόκοσμη φωνή τ΄ αυτιά μου
φχιά
φχιού φχιού
εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα
Τι γυαλόπετρες φούχτες
τι καλάθια φρέσκες μέλισσες και σταμνιά φουσκωτά όπου
άκουγες ββββ να σου βροντάει ο αιχμάλωτος αέρας.

Κάτι
Κάτι δαιμονικό μα που να πιάνεται σαν σε δίχτυ στο σχήμα του Αρχαγγέλου
Παραλαλούσα κι έτρεχα
Έφτασα κι αποτύπωνα τα κύματα στην ακοή απ΄ τη γλώσσα

-Ε καβάκια μαύρα, φώναζα, κι εσείς γαλάζια δέντρα τι ξέρετε από μένα;
-Θόη θόη θμος
- Ε; Τι;
- Αρίηω ηθύμως θμος
- Δεν άκουσα τι πράγμα;
- Θμος θμος άδυσος

Ώσπου τέλος ένιωσα
κι ας πα΄ να μ΄ έλεγαν τρελό
πως από ΄να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.

27.9.07

suffering to forget


this is a dream land. Palermo hills, the vastness of scenery.
I was promised a trip there, a stay at a home that belongs to a woman i will never meet now, a home-made perfume that contributed some 10 years now to my falling in love back then. Back then and still remembering the sense of the perfume smell makes me home sick. For a home i never will have, and never saw. His place.
Where is he? Where is he safely living now? I know not.

All i dream the last decade is that trip. That trip i only made through his words and these images.

25.9.07

two quotes... goodnight

Ειναι οι ανθρωποι πιο ξενοι
σε πολιτειες αστραφτερες
με μουσικες καλοντυμενες απ τις πιο ρηχες ψυχες,
τοση ομορφια
δεν θελω πια
μου λες...

ΟΝΑΡ

----------------------------------------------------------------------------------------

αυτη η πολη εχει αλλαξει πολυ

ποιος θα σε φροντισει;

τι φοβασαι;

ποσοι σαν κι εσενα ειναι εκει εξω;

ολοι ειναι μονοι εδώ

Τι ψαχνεις;


(taken from http://www.thmmy.gr/smf/index.php?topic=18023.msg358428;topicseen)

24.9.07

my fixation... Palermo.



i have much more to upload here, and probably a lifetime of story-telling about my fixation.

9.9.07

a sudden revelation

DEVASTATED by a song.

(and i hate Dalaras)

Στίχοι: Γιώργος Παυριανός
Μουσική: Στάμος Σέμσης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας


Όταν θα τελειώσει ξαφνικά το καλοκαίρι
όταν θα 'χω φύγει μακριά σε κάποιο αστέρι

τίποτα να μη φοβάσαι να με θυμάσαι
γιατί σ' αγαπούσα πιο πολύ κι απ' τη δική μου τη ζωή


Όταν θα χαθούν οι αγάπες κι οι φιλίες
όταν θα με βλέπεις στις παλιές φωτογραφίες
τις βραδιές που δεν κοιμάσαι να με θυμάσαι
γιατ'ι σ' αγαπούσα πιο πολύ κι απ' τη δική μου τη ζωή


Όταν θα κοιτάς την άδεια θέση στο τραπέζι
όταν θα ακούσεις το τραγούδι αυτό να παίζει
μη δακρύζεις μη λυπάσαι να με θυμάσαι
γιατί σ' αγαπούσα πιο πολύ κι απ' τη δική μου τη ζωή

30.8.07

Δημουλά πάντα...

Άφησα να μην ξέρω - Κική Δημουλά


Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.

28.8.07

Dimoula - only in Greek

Αυτοσυντήρηση

Θα πρέπει να ήταν άνοιξη
γιατί η μνήμη αυτή
υπερπηδώντας παπαρούνες έρχεται.
Εκτός εάν η νοσταλγία
από πολύ βιασύνη,
παραγνώρισ' ενθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα
όταν τα πάρει ο χαμός.
Αλλά μπορεί να'ναι ξένο αυτό το φόντο,
να'ναι παπαρούνες δανεισμένες
από μιάν άλλην ιστορία,
δική μου ή ξένη.
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση.
Από φιλοκαλία κι έπαρση.

Όμως θα πρέπει να 'ταν άνοιξη
γιατί και μέλισσες βλέπω
να πετούν γύρω απ' αυτή τη μνήμη,
με περιπάθεια και πίστη
να συνωστίζονται στον κάλυκά της.
Εκτός αν είναι ο οργασμός
νόμος του παρελθόντος,
μηχανισμός του ανεπανάληπτου.
Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποίησης.

25.8.07

quoting again

"Whatever dies, was not mix'd equally; If our two loves be one, or thou and I Love so alike that none can slacken, none can die...."
-John Donne

10.8.07

the Becket fixation


I believe him, I know it's my only chance to -- my only chance, I believe all I'm told, I've disbelieved only too much in my long life, now I swallow everything, greedily. What I need now is stories, it took me a long time to know that, and I'm not sure of it.
--Molloy, Part I

Saying is inventing. Wrong, very rightly wrong. You invent nothing, you think you are inventing, you think you are escaping, and all you do is stammer out your lesson, the remnants of a pensum one day got by heart and long forgotten, life without tears, as it is wept.
--Molloy, Part I

Decidedly it will never have been given to me to finish anything, except perhaps breathing. One must not be greedy.
--Malone Dies

And all these questions I ask myself. It is not in a spirit of curiosity. I cannot be silent. About myself I need know nothing. Here all is clear. No, all is not clear. But the discourse must go on. So one invents obscurities. Rhetoric.
--The Unnamable

We are all born mad. Some remain so.
--Waiting for Godot




Dimoula for ever

Κική Δημουλά, χλόη θερμοκηπίου

ΑΕΡΟΓΕΦΥΡΕΣ

Χάθηκες

πού στριφογυρνάς;

Πέρνα καμιά φορά από τον ύπνο μου

συνήθως είμαι εκεί

εκτός αν κλαίει το φεγγάρι

οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι

το διότι να ρωτήσω τι συμβαίνει.

Πέρνα καμιά φορά.

Μπες από το πλάι στάσου

κάτω από το γεφυράκι της παλάμης μου

απ’ όπου ήσυχα κυλάω.

Εκτός αν έχει ολότελα μαυρίσει το νερό

αν ψόφησαν κι οι πέτρες

αν έχει μολυνθεί και ο βυθός

οπότε θα με βρεις

στου σεντονιού τις όχθες.

Μη φοβάσαι.

Πάρε μαζί σου αν θες για σιγουριά

και την απαίτηση να μη σ’ αγγίξω διόλου

ανανέωσε και τη ληγμένη άδεια

να σε κοιτώ

και σου υπόσχομαι

εγκαίρως να ξυπνήσω

ώστε να μη σε πάρει είδηση

ο ύπνος σου ότι λείπεις.


TSE The Waste Land

S'io credesse che mia risposta fosse

A persona che mai tornasse al mondo,

Questa fiamma staria senza piu scosse.

Ma perciocche giammai di questo fondo

Non torno vivo alcun, s'i'odo il vero,

Senza tema d'infamia ti rispondo.

Let us go then, you and I,

When the evening is spread out against the sky

Like a patient etherised upon a table;

Let us go, through certain half-deserted streets,

The muttering retreats

Of restless nights in one-night cheap hotels

And sawdust restaurants with oyster-shells:

Streets that follow like a tedious argument

Of insidious intent

To lead you to an overwhelming question. . .

Oh, do not ask, "What is it?"

Let us go and make our visit.

In the room the women come and go

Talking of Michelangelo.

The yellow fog that rubs its back upon the window -panes

The yellow smoke that rubs its muzzle on the window-panes

Licked its tongue into the corners of the evening

Lingered upon the pools that stand in drains,

Let fall upon its back the soot that falls from chimneys,

Slipped by the terrace, made a sudden leap,

And seeing that it was a soft October night,

Curled once about the house, and fell asleep.

And indeed there will be time

For the yellow smoke that slides along the street,

Rubbing its back upon the window-panes;

There will be time, there will be time

To prepare a face to meet the faces that you meet;

There will be time to murder and create,

And time for all the works and days of hands

That lift and drop a question on your plate;

Time for you and time for me,

And time yet for a hundred indecisions

And for a hundred visions and revisions,

Before the taking of a toast and tea.

In the room the women come and go

Talking of Michelangelo.

And indeed there will be time

To wonder, "Do I dare?" and, "Do I dare?"

Time to turn back and descend the stair,

With a bald spot in the middle of my hair --

[They will say: "How his hair is growing thin!"]

My morning coat, my collar mounting firmly to the chin,

My necktie rich and modest, but asserted by a simple pin --

[They will say: "But how his arms and legs are thin!"]

Do I dare

Disturb the universe?

In a minute there is time

For decisions and revisions which a minute will reverse.

For I have known them all already, known them all: --

Have known the evenings, mornings, afternoons,

I have measured out my life with coffee spoons;

I know the voices dying with a dying fall

Beneath the music from a farther room.

So how should I presume?

And I have known the eyes already, known them all --

The eyes that fix you in a formulated phrase,

And when I am formulated, sprawling on a pin,

When I am pinned and wriggling on the wall,

Then how should I begin

To spit out all the butt-ends of my days and ways?

And how should I presume?

And I have known the arms already, known them all --

Arms that are braceleted and white and bare

[But in the lamplight, downed with light brown hair!]

Is it perfume from a dress

That makes me so digress?

Arms that lie along a table, or wrap about a shawl.

And should I then presume?

And how should I begin?

...

Shall I say, I have gone at dusk through narrow streets

And watched the smoke that rises from the pipes

Of lonely men in shirt-sleeves, leaning out of windows? ...

I should have been a pair of ragged claws

Scuttling across the floors of silent seas.

...

And the afternoon, the evening, sleeps so peacefully!

Smoothed by long fingers,

Asleep. tired ... or it malingers,

Stretched on the floor, here beside you and me.

Should I, after tea and cakes and ices,

Have the strength to force the moment to its crisis?

But though I have wept and fasted, wept and prayed,

Though I have seen my head [grown slightly bald] brought in upon a platter,

I am no prophet -- and here's no great matter;

I have seen the moment of my greatness flicker,

And I have seen the eternal Footman hold my coat, and snicker,

And in short, I was afraid.

And would it have been worth it, after all,

After the cups, the marmalade, the tea,

Among the porcelain, among some talk of you and me,

Would it have been worthwhile,

To have bitten off the matter with a smile,

To have squeezed the universe into a ball

To roll it toward some overwhelming question,

To say: "I am Lazarus, come from the dead,

Come back to tell you all, I shall tell you all" --

If one, settling a pillow by her head,

Should say, "That is not what I meant at all.

That is not it, at all."

And would it have been worth it, after all,

Would it have been worthwhile,

After the sunsets and the dooryards and the sprinkled streets,

After the novels, after the teacups, after the skirts that trail along

the floor --

And this, and so much more? –

It is impossible to say just what I mean!

But as if a magic lantern threw the nerves in patterns on a screen:

Would it have been worthwhile

If one, settling a pillow or throwing off a shawl,

And turning toward the window, should say:

"That is not it at all,

That is not what I meant, at all."

...

No! I am not Prince Hamlet, nor was meant to be;

Am an attendant lord, one that will do

To swell a progress, start a scene or two

Advise the prince; no doubt, an easy tool,

Deferential, glad to be of use,

Politic, cautious, and meticulous;

Full of high sentence, but a bit obtuse;

At times, indeed, almost ridiculous --

Almost, at times, the Fool.

I grow old ... I grow old ...

I shall wear the bottoms of my trousers rolled.

Shall I part my hair behind? Do I dare to eat a peach?

I shall wear white flannel trousers, and walk upon the beach.

I have heard the mermaids singing, each to each.

I do not think they will sing to me.

I have seen them riding seaward on the waves

Combing the white hair of the waves blown back

When the wind blows the water white and black.

We have lingered in the chambers of the sea

By sea-girls wreathed with seaweed red and brown

Till human voices wake us, and we drown.

T.S. Eliot

Winterson - Lighthouse Keeping

I was cold and tired and my neck ached. I wanted to sleep and sleep and never wake up. I had lost the few things I knew, and what was here belonged to somebody else. Perhaps that would have been all right if what was inside me was my own, but there was no place to anchor.

There were two Atlantics; one outside the lighthouse, and one inside me.

The one inside me had no string of guiding lights.


Random lines


Edna St Vincent Millay
From The Harp-Weaver


I shall go back again to the bleak shore
And build a little shanty on the sand
In such a way that the extremest band
Of brittle seaweed will escape my door
But by a yard or two, and nevermore
Shall I return to take you by the hand;
I shall be gone to what I understand
And happier than I ever was before.
The love that stood a moment in your eyes,
The words that lay a moment on your tongue,
Are one with all that in a moment dies,
A little under-said and over-sung;
But I shall find the sullen rocks and skies
Unchanged from what they were when I was young.